Εισήγηση για το κείμενο : «Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ» του Μ. Λαμπρίδη

Για τον Λαμπρίδη, η παράβαση του νόμου είναι η πιο συνεπής έμπρακτη κριτική των κυρίαρχων θεσμών και της κυρίαρχης ιδεολογίας, στο βαθμό που αυτή γίνεται συνειδητά και κάτω από ένα πρίσμα αξιών, διαφορετικών από αυτές που υπερασπίζει ο ίδιος ο Νόμος: «για ν’ αποφανθούμε αν η παράβαση του Νόμου είναι έμπρακτη κριτική του καθεστώτος, ηθική πράξη, θα πρέπει να εξετάσουμε αφ’ ενός τη συμμετοχή του ΕΓΩ στην πράξη, και αφ’ ετέρου το είδος των αξιών, εν ονόματι των οποίων γίνεται η προσβολή, τις πεποιθήσεις, τις εκτιμήσεις, την ιδεολογία και τους τελικούς στόχους του δράστη.»

Για τον επαναστάτη το Δίκαιο εκφράζει την βούληση της κυρίαρχης τάξης και είναι αξεχώριστο από την ταξική εκμεταλλευτική δομή της κοινωνίας. Το Δίκαιο είναι άδικο. Η νομιμότητα είναι υποταγή στην εκμετάλλευση, είναι η παραδοχή της αδικίας.

Η παράνομη πράξη όταν δεν αποβλέπει στην καταστροφή των υπαρχουσών δομών και τη δημιουργία νέων τρόπων συμβίωσης δεν αποτελεί επαναστατική πράξη.

Οι «ποινικοί» παραβάτες του νόμου, «μολονότι διέπονται από μια ηθική διαφορετική από τον επίσημο νόμο, συγκρουόμενη με αυτόν- δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση κατ’ αρχήν τις βάσεις της συνολικής επίσημης κοινωνίας». Γι’ αυτούς το Δίκαιο δεν είναι ταμπού, ούτε όμως και έκφραση της εξουσίας ενός άδικου πολιτικοκοινωνικού συστήματος. Δεν αμφισβητούν την ίδια την ιδιοκτησία, αλλά θέλουν να γίνουν μέτοχοι σ’ αυτή. Στον Λαμπρίδη η παράβαση ορίζεται σε σύγκρουση με τον νόμο και διαχωρίζεται από το έγκλημα.

Οι κυρίαρχες τάξεις προσπαθούν να αποδώσουν την επαναστατική πράξη σε ψυχοπαθολογία. Με βάση την -πλατιά διαδεδομένη στην Αμερική- αντίληψη περί ψυχασθένειας, «ασθένεια είναι το κοινωνικό απροσάρμοστο. Και ο στόχος της ψυχαναλυτικής θεραπευτικής είναι να κάμει τους «απροσάρμοστους» να συμμορφωθούν ξανά προς τους κανόνες της κοινωνίας, αυτής εδώ της κοινωνίας». Πρόκειται για την μοναδική εφικτή και ηθικά δικαιωμένη κοινωνία, όπως ισχυρίζεται η ρητορική των διανοούμενων που βρίσκονται στην υπηρεσία των κυρίαρχων τάξεων.

Η εξουσία, για να απογυμνώσει από τα ηθικά της ερείσματα την σύγκρουση με το νόμο, δεν έχει άλλη επιλογή από να την ταυτίσει είτε με το έγκλημα, είτε με την ψυχοπαθολογία: Η επαναστατική στάση είναι ένας συνδυασμός από «θεαματικό σύμπλεγμα» και «συναίσθημα ενοχής» (όπως υποστηρίζει ο R. Allendry.  Η απαξίωση της επαναστατικής στάσης, η ταύτισή της με πράξεις ιδιοτελείς ή ψυχοπαθολογικές δεν έχει μονάχα τον στόχο της συγκρότησης της ευρύτερης –κατά το δυνατόν- συναίνεσης στην καταστολή της αλλά, όπως θα δούμε και πιο κάτω, αποτελεί και η ίδια μια διαδικασία εκλογίκευσης αυτής της καταστολής στα μάτια των ίδιων των κυρίαρχων τάξεων.

Ο Λαμπρίδης υποστηρίζει ότι « η ψυχοπαθολογία δεν επαρκεί για να καλύψει το εκτεταμένο ιστορικό φαινόμενο που είναι η επαναστατική θεωρία και πράξη.» Αντίθετα θεωρεί ότι τόσο οι μεμονωμένες ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις, όσο και οι τυπικές «παρεκβάσεις» που συναντώνται στο επαναστατικά κινήματα έχουν ΚΑΙ μια κοινωνιολογική εξήγηση. Από την μία αυτή η εξήγηση έχει να κάνει την αναπαραγωγή της ίδιας της ιδιαίτερης συνθήκης προνομίων διάφορων «ηγεσιών» του επαναστατικού κινήματος μέσα στο υπάρχον σύστημα (πχ ρεφορμιστές, εργατοπατέρες κλπ). Από την άλλη μεριά σχετίζεται με το γεγονός ότι ολόκληρα ρεύματα του επαναστατικού κινήματος « περικλείουν «δυνάμει» την αναπαραγωγή της βασικής σχέσης που χαρακτηρίζει το υπάρχον εκμεταλλευτικό καθεστώς, δηλαδή το διαφορισμό αποφασίζοντος και εκτελούντος, επιτασσόντος και υποτασσόμενου, αφέντη και δούλου.»

Για τον Λαμπρίδη τα συνειδητά κίνητρα είναι τα πραγματικά και επαρκή κίνητρα της επαναστατικής στάσης. Στην ερώτηση από πού πηγάζει και πώς τεκμηριώνεται αυτό το αντιθετικό στο κυρίαρχο αξιακό σύστημα, η απάντηση νομίζουμε  ότι βρίσκεται, αν δούμε αυτή την συγκρότηση του ανταγωνιστικού αξιακού συστήματος ως αναπόσπαστο κομμάτι της ίδιας της διαδικασίας της ταξικής αντιπαράθεσης. Μέσα από την δική  τους την εμπειρία, τόσο την ατομική όσο και αυτή που καταγράφεται ως συλλογική μνήμη, οι εκμεταλλευόμενοι και οι καταπιεσμένοι βιώνουν την αδικία που απορρέει από το κυρίαρχο Δίκαιο, αποκομίζοντας ταυτόχρονα την αίσθηση ότι η μη παραδοχή της αδικίας περνάει μέσα από την σύγκρουση με το Νόμο.

Το συναίσθημα ενοχής γεννιέται μέσα μας όταν έχουμε συναίσθηση ότι σφάλαμε, ότι παραβήκαμε κάποιον κανόνα από έναν κώδικα που για μας έχει θετική αξία. Με άλλα λόγια σε ό,τι αφορά την συγκεκριμένη προβληματική το συναίσθημα ενοχής δημιουργείται εφόσον το κυρίαρχο Δίκαιο έχει εσωτερικευθεί από τους ίδιους τους εκμεταλλευόμενους/ καταπιεζόμενους.

Όσο καταρρέει η εσωτερίκευση του Νόμου, όσο το Δίκαιο παρουσιάζεται μπροστά στα μάτια των από κάτω ως αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή ένα σύστημα αξιών που εκφράζει και στηρίζει την ταξική και εκμεταλλευτική δομή της κοινωνίας, τόσο το αίσθημα ενοχής εκμηδενίζεται. Μιλάμε ακριβώς για εκείνες τις περιόδους κατά τις οποίες η Εξουσία χάνει την κοινωνική της νομιμοποίηση και στηρίζεται όλο και πιο πολύ στο φόβο της τιμωρίας για να εδραιώσει την θέση της μέσα στον κοινωνικό καταμερισμό. Είναι οι περίοδοι που η καταστολή παίζει μεγαλύτερο ρόλο στη διατήρηση του υπάρχοντος από την συναίνεση. Πρόκειται ακριβώς για εκείνες τις περιόδους στην διάρκεια των οποίων η επαναστατική δυνατότητα εμφανίζεται στο προσκήνιο.

Αν και ο επαναστάτης δεν διακατέχεται από συναίσθημα ενοχής( αφού η σύγκρουση με τον Νόμο οδηγεί για αυτόν στην άρση της αδικίας), είναι αρκετά συχνό το φαινόμενο να βρεθεί στην κατάσταση της Αντινομίας, όχι φυσικά με τους εξωτερικούς νόμους, αλλά μ’ ένα άλλο αξιακό ρυθμιστικό σύστημα, αντιθετικό προς αυτούς. Όταν τα μέσα που χειρίζεται ο επαναστάτης ή οι οργανωτικές μορφές που παίρνει το επαναστατικό κίνημα δεν ταυτίζονται με τους σκοπούς του και το απελευθερωτικό περιεχόμενο που το ίδιο το επαναστατικό κίνημα αποδέχεται για τον εαυτό του, υπάρχει ο κίνδυνος «επιδιώκοντας κανείς να δώσει ανθρώπινο σχήμα στην ύπαρξη, να χάσει ο ίδιος την ανθρώπινη υπόσταση»

Αυτό το σχίσμα ανάμεσα στα μέσα  και τους σκοπούς, στις μορφές και το περιεχόμενο, είναι μια ακόμα εξήγηση σε σχέση με τις «παρεκβάσεις» του επαναστατικού φαινομένου, είτε αυτές αφορούν την ιεραρχικές/ εξουσιαστικές  «παρεκβάσεις», είτε τις μηδενιστικές/ ατομικιστικές. Όταν από την επαναστατική διαδικασία χαθεί η ίδια η ανθρώπινη υπόσταση και τα ηθικά ερείσματα, είναι πολύ πιο εύκολο να αναπαραχθούν οι εξουσιαστικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν το υπάρχον εκμεταλλευτικό καθεστώς.

Ως Εκλογίκευση ορίζεται η διαδικασία που ασυνείδητα αντικαθιστά τα πραγματικά και απορριπτέα ηθικά κίνητρα με ψευδή και ηθικά αποδεκτά. Από  την μεριά των κυρίαρχων τάξεων παίρνει μια «συλλογική» διάσταση μέσα από το ίδιο το Δίκαιο και το Νόμο. Το Δίκαιο δεν επικαλείται τα πραγματικά κίνητρα των κυρίαρχων τάξεων, αλλά προσπαθεί να  τα αντικαταστήσει με ηθικά κίνητρα που να είναι αποδεκτά από όλη την κοινωνία.  Για να μπορέσει όμως το κράτος να εμφανίσει το Δίκιο σαν κάτι που προστατεύει τα καθολικά κοινωνικά, πολιτικά και ατομικά δικαιώματα και όχι ως αυτό που είναι, δηλαδή  «η νομική και επίσημη έκφραση της εκμετάλλευσης, της κυριαρχίας μιας τάξης πάνω στα λοιπά στρώματα του πληθυσμού», πρέπει να  εξασφαλίσει για όλα τα μέλη της κοινωνίας τους στοιχειώδεις όρους ύπαρξης.

Είναι μέσα στις δομές της Εξουσίας που ψυχοπαθολογικές προσωπικότητες μπορούν να βρουν μέσω της εκλογίκευσης το ασφαλές  και νομιμοποιημένο περιβάλλον για να εκφράσουν, χωρίς  τον φόβο της τιμωρίας μάλιστα, τις σαδιστικές τους τάσεις, τις εγκληματικές παρορμήσεις, τη θηριωδία, οχυρωμένες πίσω από την ιδεολόγημα  της προστασίας του νόμου και της τάξης.

Ο ρόλος της αστικής διανόησης είναι ακριβώς να συμβάλει στην εκλογίκευση των όποιων συναισθημάτων ενοχής έχει η αστική τάξη και οι φυσικοί της φορείς για την αθλιότητα της εκμετάλλευσης πάνω στην οποία στηρίζει τα προνόμια της. Εγείρεται λοιπόν «το θέμα της ηθικής και πνευματικής αθλιότητας μιας τάξης που δεν είναι δυνατόν να της διαφεύγει η βασική αλήθεια ότι η ωραία ζωή της θεμελιώνεται στην εκμετάλλευση άλλων ανθρώπων». Για να μπορέσει  να αντέξει την ηθική και πνευματική της κατάπτωση η αστική τάξη έχει ανάγκη, όπως είπαμε παραπάνω, να αποδομήσει το ηθικό έρεισμα και την συνειδητή επιλογή της επαναστατικής στάσης, των αρνητών του καπιταλισμού.

Τα πρόσφατα παραδείγματα είναι πολλά: από την στάση των διανοουμένων απέναντι στην εξέγερση του περσινού Δεκέμβρη, μέχρι τους διανοούμενους- υπερασπιστές των εκδόσεων ΑΓΡΑ.

Το Δίκαιο, για να μπορέσει να εξασφαλίσει τους κοινωνικούς όρους μέσα στους οποίους πραγματοποιείται η εκμετάλλευση, πρέπει να εμφανίζεται ως αταξικό. Να στέκεται «αμερόληπτα» απέναντι στους «κοινωνικούς εταίρους», που εμφανίζονται απέναντι του ως άτομα ή ως πολίτες ενός έθνους, και όχι ως ταξικά υποκείμενα συσχετιζόμενα μεταξύ τους με κοινωνικές σχέσεις εκμετάλλευσης και εξουσίας. Αποκρύπτοντας τον ταξικό χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων δημιουργεί την ψευδαίσθηση της ισονομίας και της ισότητας.

Το Δίκαιο είναι επίσης πεδίο καταγραφής των ταξικών συσχετισμών. Όταν αυτοί οι συσχετισμοί ανατρέπονται προς την μια ή την άλλη μεριά, το υφιστάμενο Δίκαιο υπόκειται σε μια έμπρακτή κριτική μέχρι να ισορροπήσει στην καταγραφή των νέων ταξικών συσχετισμών. Παρόλα αυτά το Δίκαιο ως καταγραφή των ταξικών συσχετισμών παραμένει ετεροβαρές: υποβαθμίζει τους συσχετισμούς υπέρ των εκμεταλλευόμενων και ενισχύει τους συσχετισμούς υπέρ των εκμεταλλευτών.

Το κράτος, ως  μορφή  οργάνωσης της αστικής τάξης, για να μπορέσει να διαφυλάξει τους εκμεταλλευτικούς όρους της, προσπαθεί να συγκροτήσει όχι μόνο το μονοπώλιο της βίας, το οποίο στηρίζεται πάνω στο Δίκαιο, αλλά και το μονοπώλιο της έμπρακτης κριτικής του ίδιου του Δικαίου, δηλαδή της κατάλυσης του νόμου, όταν αυτός είναι ασύμβατος με τα συμφέροντα που το κράτος εκπροσωπεί.

Η αντίφαση του κράτους να καταλύει το Δίκαιο – από το οποίο εννοείται ότι πηγάζει και η νομιμοποίηση του- «λύνεται» μέσω της εκλογίκευσης που ακούει στο όνομα « σωτηρία της πατρίδας».

Στα πλαίσια της παρουσίασης “Η Σύγκρουση με το Νόμο” του Μ. Λαμπρίδη από της ομάδα της Αυτοδιαχειριζόμενης Δανειστικής Βιβλιοθήκης.

This entry was posted in 6. Βιβλιοθήκη. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *